Ι′

DSC_0014a

Η ανάβαση στο μικρό πέτρινο καλύβι του βουνού

μέσα στο καλοκαίρι, κάνει την καρδιά να χτυπά πιο γρήγορα.

Το αυτοκίνητο συχνά ανάβει στον ανηφορικό χωματόδρομο

περνά την πύλη των ελάτων, κατεβαίνει έπειτα βαθιά

μετά το εκκλησάκι, φωνάζοντας κατρακυλάμε στο κακοτράχαλο μονοπάτι.

Τρέχουμε με την αδελφή μου να τριφτούμε

στα άγρια πρόσωπα του παππού και της γιαγιάς

και τα φθαρμένα ρούχα τους, που μυρίζουν λίγο ξύλο καμένο

και λίγο γάλα και λίγο ζώο.

Κυλιόμαστε με το σώμα μέσα στο βουνό.

Σκαρφαλώνουμε με τα τέσσερα,

κατεβαίνουμε τσουλήθρα στις βελόνες των ελάτων

ολόκληρες πλαγιές. Τρώμε χώμα

και ξεριζώνουμε τα βρύα.

Η υγρή μεταλλική μυρωδιά τους

εισχωρεί στους πόρους μας.

Βρισκόμαστε πολύ μακριά χωρίς να το ξέρει κανείς.

Είμαστε εντελώς μόνες μέσα στην ερημιά.

Καμιά φορά ακούμε από πολύ μακριά

τα ονόματά μας να αντηχούν στην ατμόσφαιρα.

Κοιταζόμαστε τότε ξαφνιασμένες σαν να

μην τα γνωρίζουμε πια.

Είκοσι χρόνια μετά, τριάντα χρόνια μετά

κατεβαίνω μαζί σου το μονοπάτι, το μικρό εγκαταλελειμμένο καλύβι

κρυμμένο ολότελα από παντού, στο φρύδι του γκρεμού

τόσα χρόνια τώρα χαμένο το κλειδί

διατηρήθηκε έτσι παρόν αλλά κλειστό,

απρόσιτο σαν όνειρο,

άλλωστε και το πάτωμα είχε από καιρό βουλιάξει.

Αυτήν τη φορά η στέγη έχει πέσει μαλακά προς τα μέσα

το κτίσμα, ένα δωμάτιο όλο όλο, έχει ρουφηχτεί τελειωτικά στη γη.

Σκαρφαλώνω στα χαλάσματα, η καταστροφή το έχει ανοίξει

και μπορώ να δω πια το εσωτερικό

κάποια τσίγκινα σκεύη κι ένα χαμηλό τραπεζάκι,

μια σπασμένη καρέκλα.

Η μουριά που στέκεται μπροστά

έχει ακόμα κλαδιά με λίγα κίτρινα φύλλα.

Ο διχαλωτός κορμός της κούφιος μέχρι επάνω, ένας ξύλινος σωλήνας.

Ο χρόνος τον έχει αδειάσει κι έχει εξαφανιστεί.

Ωστόσο άδειος εντελώς δεν είναι.

Μικρά μανιτάρια ζουν εκεί στα σκοτεινά

κι απ’ έξω είναι καταπράσινος από τα βρύα.

Κάτι άλλο, ολότελα διαφορετικό, τον έχει καταλάβει.

Πίσω στο σπίτι βρίσκουμε μια κόκκινη υφαντή κουβέρτα

και τη στρώνουμε για χαλί στο πάτωμα.

Με αυτήν μάς σκέπαζαν

τα βράδια του καλοκαιριού στο βουνό.

Η τοποθεσία λέγεται Πολιάνα.

Η κουβέρτα λέγεται μπατανία.

Ήταν τόσο βαριά που όταν την έριχναν πάνω μας

δεν μπορούσαμε πια να κουνηθούμε.

Ήμασταν δύο φιδάκια κάτω από μια γιγάντια πέτρα

και περιμέναμε μέσα στον ύπνο μας το φως,

για να μετακινηθεί και να μας ελευθερώσει.

«Θέλεις», σου λέω, «να ξαπλώσουμε λίγο εδώ;»

«Ναι», λες (πάντα λες ναι), «μη στενοχωριέσαι για το σπίτι,

κοιμήσου, να το ονειρευτείς.»

_DSC0083a

============
Το Gestus
της Κατερίνας Ηλιοπούλου και του Γιάννη Ισιδώρου
διορθώθηκε από τον Δημήτρη Αλεξάκη
σελιδοποιήθηκε από την Έλση Γκαλιάτα
τυπώθηκε σε διακόσια αριθμημένα αντίτυπα
στο τυπογραφείο Σύνθεση τον Νοέμβριο του 2014
===============
Κυκλοφορεί  στα βιβλιοπωλεία, Πολιτεία, Λεμόνι και Φωταγωγός στην Αθήνα και στο βιβλιοπωλείο Κεντρί στη Θεσσαλονίκη.
Στην σειρα βιβλίων που σχεδιάζονται από το [ΦΡΜΚ]
Κεντρική διανομή: βιβλιοπωλείο Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22, Τηλ. 210 3623092

Advertisements

About frmk poetry

Φάρμακο | Εξαμηνιαίο περιοδικό για την διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου Κυκλοφορεί! Στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένους χώρους τέχνης δύο φορες τον χρόνο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: